© 2008 - 2017


-

Archiv

Blogger news

Blogger templates

 

+

Umblättern

Kategorien

 

«Σὲ πονάει μὲ τὴ νοτιά; - Ὄχι ἀπ᾿ ἀλλοῦ πονάω.»

Μόλις έγλειφες την ήβη σου μόλις έγλειφα τη δική μου λίγο έξω απ'το Σταυρό προς τη Ρεντίνα Καθαρά Δευτέρα με ψιλοβρόχι κι αέρα ο πατέρας σου λουσμένος στο τσίπουρο δεν πρόσεχα πολλά μες την αφηρημάδα με κατάπινε ο εξωτισμός της Μεσογείου κι όταν με ξυπνήσαν οι φωνές των αντρών γελούσες τρελά πάνω στο ασέλωτο νεαρό φαρί. Δε σας πρόλαβε κανείς. Βγήκατε στην άσφαλτο τη σκοτώστρα και σας βρήκαμε στην ταβέρνα στον Άνω Σταυρό.

Την κατσάδα που'φαγες τη θυμάται ακόμα ο ταβερνιάρης μαζί και τα δυο χαστούκια. Τη νύχτα του όψιμου Μαΐου, την ήμερη ξάστερη νύχτα που πήγαμε και ήπιαμε τρεις και τρεις κάτουρο Άμστελ και μισό λίτρο ούζο έκαστος και μου'λεγες αυτό το φως εκεί είναι το Βέρσο το άλλο εκεί το Μπαρρακούντα αυτά κι αυτά η εθνική κι εγώ κοιτούσα το δάχτυλό σου που έδειχνε και γύρω όλα ήταν ήμερη ξάστερη νύχτα, τα μαύρα νερά ζεστά και χυλωμένα, ο κόσμος πουθενά. Οδήγησες σουρωμένη απ'τα ημίφωτα των Βρασνών στα σκοτάδια της σερραϊκής ακτής. Παραπατήσαμε ως την κυματοσκασιά, σε φίλησα διψασμένος όπως διψάνε οι ελαιώνες για φωτιά, μ'έσφιξες σα να ήταν να καταταχτώ, και μ'έστειλες στο διάολο.

-

Γεμάτη σκιές και μ'όλα τα μυστικά
μελίχρυσος η απλησίαστη τιμή σου
τα όμικρον τα λάμβδα και τα ρω

κανείς δε δένει με σοροκάδα
ο φόβος πεθαίνει στα μικρά νησιά
καιρός βοή και ροίζος στο σφυγμό

πίσω απ'τα χείλη μικρό πέλαγος αραγονίτη
καπνός ακάπνιστος υγρός σαν πρώτη γη
τόλμα ένα σπίρτο, τα λιόδεντρα λυσσάνε για κόλαση.

-

Στη φόρα 4

Τα παράθυρα πέρα πέρα ανοιχτά. Μέσα ο φλοίσβος η αύρα η καλοκαιρινή το παρκεταρισμένο μάρμαρο οι λευκοί τοίχοι το φως, το φως του πρώτου πρωινού που έρχεσαι στον κόσμο κι εκείνη η μυρωδιά της παλιαντζούρας που δε φεύγει ποτέ απ'τα σπίτια στα μικρά νησιά. Πάνω απ'το τζάκι η φωτογραφία του παππού που το'σκασε απ'τους ναζί κρεμασμένος κάτω απ'το εμπορικό βαγόνι να τα'χει πιει με τον πατέρα, τα τέσσερα σπαθιά, η προτομή του Ιπποκράτη. Το πατρικό μου σπίτι. Ο dörnsk με τον ξύλινο καναπέ στη μια και το ντιβανάκι στην άλλη μεριά και ξαπλωμένοι εκεί κι εδώ εσύ κι εγώ, αυτή κι εγώ. Το σώμα μου σα να μην υπέφερε ποτέ με κουβαλάει κοντά στην απρόσωπη γυναίκα με τα μεγάλα σκουλαρίκια, έχει μαλακώσει με το βάρος της τη βαμβακερή κουβέρτα, φοράει εκείνο το φουστάνι το σα λατινοαμερικάνικο με τη βαθειά λαιμόκοψη, φυσικά από κάτω είναι γυμνή γιατί αλλιώς πώς θα πάει εμπρός η ιστορία, γίνομαι τρυφερός μαζί της, γίνομαι γιατί ποτέ δεν κατάφερα να είμαι με καμιά στ'αλήθεια, και πιάνουμε ένα αργό γαμήσι, και χύνω και δε μου πέφτει κι ο κύκλος ξαναπαίζει τέσσερεις πέντε φορές ώσπου πλέον κολυμπώντας στα ζουμιά στραγγαλισμένος από μέσα έχω απελπιστεί. Η απρόσωπη γυναίκα γελάει και δεν κουνιέται και της λέω βοήθησέ με αλλά απ'το λαρύγγι μου δεν ακούγεται φωνή, αυτό είναι το τέλος του νησιού. Ξύπνησα έχοντας μισοχύσει, όταν μεγαλώσεις δεν καίγεσαι κι από ντροπή, την έπιασα να την παίξω και τότε συνήρθα και σε είδα να με παρακολουθείς, μαζεύτηκα αμέσως, έβγαλα το χέρι έξω, το σκούπισα στο σωρτς, κι αυτό δεν είναι φαντασία δυστυχώς, στην επόμενη στιγμή βρισκόμουν μέσα σ'ένα στόμα αντρικό και σε ούτε μισό λεπτό έχυνα φωνάζοντας κι αρπαγμένος από κάποια μαύρα μαλλιά, όλα αυτά έγιναν σήμερα Κυριακή πρωί μόλις 130 χιλιόμετρα βόρεια του Wyk που φοβάμαι να ξαναεπισκεφτώ.

Μια ανίκητη δυστυχία

Οι βόρειοι άνεμοι συναντούν τους δυτικούς, η θάλασσα σκάει μέσα στον εαυτό της, τα κύματα πλατειά και ξακρισμένα στρίβονται σταυροβελονιά το ένα πάνω στο άλλο, το παράκτιο μουρμουρητό καθρεφτίζεται στο ανάχωμα, στην άμμο, στο νερό και ζώνει, σβήνει, θάβει. 
Το δέλτα του Γαλλικού είναι μορντέντο μες στη θλίψη.
Ακολουθούν οι εντολές
να φοβάσαι τον καιρό
να μην εμπιστεύεσαι
να'χεις υπομονή
να διαβάζεις
να μη μιλάς
να ντύνεσαι καλά.

Πίσω από τη φτηνή κουρτίνα που είναι λίγο πιο παχειά από ομίχλη κρύβεται η ανίκητη δυστυχία. Τη βλέπω και με βλέπει κι όπως κάνει ρεύμα φυσιέται και με βρέχει λίγο λίγο. Στα μάτια μας η ζωή είναι μουντή σαν φτώχεια μοσχοβίτισσα.
Πιάσε με κάτω απ'τα ρούχα και πες καις σα να'χεις πυρετό να πω
θέλω να βρω το θάνατο ήσυχος σε μια ακτή μια μέρα με λιακάδα
μη μιλάς έτσι, μη μιλάς έτσι και σφίξε μου τα δάχτυλα που ξέρεις πως θα πονέσουν.

Στα μάτια της νοσοκόμας δεν κρύβεται ο εκνευρισμός. Με παρακολουθεί κι αδημονεί. Τα αργά βήματα, το αργό βάλσιμο των γαντιών, το αργό ψάξιμο στην τσέπη, λες κι ο χρόνος δε μας αφήνει όλους πίσω, η άρρωστη σβήνει συνεχώς σα νωτισμένο σπίρτο. Στο τηλέφωνο την ακούω μερικές φορές να ξεφυσάει από την ταλαιπώρια για τις λίγες λέξεις που βγαίνουν από εντός μου με τόσο ζόρι. Στις τρεις το βράδυ όταν έχω μείνει μόνος στα ΤΕΠ και με καλούν στη νεφρολογική που είναι στο άλλο τετράγωνο διασχίζω τους άφωτους διαδρόμους και τα σαμπώ σέρνονται σαν παπούτσια τιμωρημένου μαθητή, οι πόρτες η μια μετά την άλλη, οι πανομοιότυποι θάλαμοι, οι εκατοντάδες ίδιοι νεροχύτες, τα ντουλάπια με το ξαπλόχαρτο, το χαρτοβάμβακα, τις πάπιες, τα Φόλλεϋ, τα Λεβάην, τα στατώ και οι οροί, το σπίτι του μαρτυρίου, ο οίκος του θεού, η ανίκητη δυστυχία. Όταν κάνω εξιτήριο σημειώνω στο νου εις το επανιδείν, θες εδώ, θες στο χώμα, η θεραπεία είναι παράταση, η ίαση είναι τέρμα, δεν αναθεωρώ, ανακαλύπτω
όπως ανακαλύπτω πως με κλέβεις στο χαρτί για εκατό και κάνεις και κάνω το μαλάκα.
x
Ένα βράδυ γύρισα απ'τη Μάδυτο, πάρκαρα βιαστικά δίπλα στον ανανά κι ανέβηκα απ'τις σκάλες. Στο σπίτι τσιτσίριζαν κρεμμύδια στο τηγάνι, η γυναίκα στεκόταν εμπρός απ'την κουζίνα μ'ένα Σιλκάτ στο στόμα και τα χάζευε, έπαιζε Παγιουμτζής να κουφαθείς, το μόνο φως ήταν του απορροφητήρα, το λάδι πιτσιλούσε τα πλακάκια, την κοιλιά και τα βυζιά της, τηγανίζει πάντα με το σώβρακο γιατί αν λερωθεί το κρέας πλένεται πιο εύκολα απ'τα ρούχα (sic.), ξάπλωσα στο μικρό καναπέ με τα πόδια κρεμασμένα, έκλεισα τα μάτια, ποια δυστυχία; ρωτούσα τότε, αυτή, απαντάω τώρα.

גן עדן

Καθόμαστε για πόκερ. Έχω πιει.
Για πότε κλείνω τα μάτια δυο στιγμές δυο νύχτες και με ξεβρακώνουν ούτε που το καταλαβαίνω. Κεκλεισμένων των θυρών για ένα πεντοχίλιαρο ο καθένας και είμαι δέκα μέσα, στωπ. Πίσω στη γυναίκα και τη νύχτα στο Ορεστιάς Καστοριάς: παρθενικά σεντόνια στο τετράκλινο, παράθυρο στο φωταγωγό, στάλες βροχής και ταπ ταπ ταπ, η κόλαση με τραβούσε απ'τα μαλλιά, ο κόσμος τέλειωνε στην πλάτη μου, τα χέρια μου βούλιαζαν στα σεντόνια, τ'αρχίδια μου πονούσαν, δε μου'φτανε ο αέρας στο ψηλοτάβανο, μ'έσπρωξε απ'το λαιμό σα να'μουν σκύλος, κάνε κράτει, μια φορά, δέκα μέσα, όλα μέσα, στωπ. Πίσω στην παρτίδα, το πάτωμα της κουζίνας είναι άφαντο απ'τα μπυρομπούκαλα. Είμαστε γκωλ, κανείς δε θα θυμάται τα χαμένα. Σαμπάτ Σαλόμ έρχεται το πρωί είμαι μόνος στο διαμέρισμα και με ξυπνάει το τρίξιμο του σωλήνα του καλοριφέρ, τα τζάμια είναι παχνισμένα. Η μαγεία είναι πως με τα μάτια μου κλειστά τα φλαμίνγκο τρέχουν πάνω στα σκουρωπά νερά με τα κόκκινά τους απλωμένα και γύρω τους αφρός κι αφήνουν χώρες πίσω κι αφήνονται και φεύγουν και δε φεύγουν κι η θάλασσα από κάτω πλέει αντίθετα απ'αυτά: βγάλ'τα ρούχα σου. Βγάλε μου τα ρούχα. Το καλώδιο του στηθοσκοπίου που ήταν κάποτε του πατέρα είναι αφύσικα κοντό και με φέρνει πρόσωπο με πρόσωπο με όλες τις μάσκες του θανάτου και πάντα βλαστημώ κρυφά - αλλά  δεν είναι όλα νόμος. Κοντανάσαινα κι η αναθυμίαση του φθίνοντος κορμιού της ήταν ο κήπος της Εδέμ το πανέρι τουμπάρει με μια σπρωξιά στα καταλάθως και κυλάνε οι ώριμοι λωτοί και πληγιάζουν κι αφήνουν τα ζουμιά τους στα σεντόνια ληστεία και λησμονιά κι η μυρωδιά, η μυρωδιά της σωτηρίας η μυρωδιά των λουλουδιών της ακακίας που κολλήσαν στον ιδρώτα της κοιλιάς της αίμα με αίμα. Ο Θεός κόβει και μοιράζει, ο Θεός ποτίζει πάθη, αλλά για όλα φταις εσύ. Η πολλή αψιθιά φέρνει νύστα και παράξενα γυάλινα όνειρα στον ύπνο κι οι ώρες συγκολλούνται. Στο κορφοβούνι στο τέλειωμα της χώρας με το ελάχιστο γαλακτόχρωμο νερό που αφρίζει απ'τον ασβέστη στέκεσαι με την πλάτη στο βορρά κι έχεις στο αριστερό σου χέρι μια νύχτα θεοσκότεινη και στο δεξί ένα ηλιοβασίλεμα λάβα στην Αδριατική κι όλη την Ιταλία δικιά σου ΑΥΤΟΔΙΚΑΙΩΣ.

Όταν πάτησα στην αμμούδα του Σταυρού ύστερα από ένα χρόνο
ξεφόρτωναν τζαμαρίες απ'τα δυο τζένεραλ κάργκο και γινόταν σαματάς
ο απογευματινός ουρανός σκοτείνιασε
φύσηξε ένα ξαφνικός λεβάντες
το κύμα γύρισε κόντρα στα τσιμέντα
τα γόνατά μου έγιναν ζελές
μεγάλη λίμα η νοσταλγία
εξαφανίζομαι σα σύννεφο από κωλοφωτιές σ'εκείνο το βράδυ μέσα στο Μεγκάν που περιμέναμε σταμπάη στην αυλή να παίξει το Σοδάδ και μετά χτύπησα το κεφάλι μου στο ξυλοτάβανο πάνω απ'το κρεβάτι σου

οι λέξεις στο στόμα μου ανεπαρκούν
οι λέξεις με προδίδουν
Έχεις χάσει τη λάμψη των ματιών σου.
Έχεις χάσει το χιούμωρ σου.
Έχω χάσει δέκα χιλιάδες σε μια νύχτα
κι εσύ ασχολείσαι με ψιλά;